κτηνίατρος


κτηνίατρος
[ктиниатрос] ουσ. ветеринарный врач.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κτηνίατρος" в других словарях:

  • κτηνίατρος, ο, η — και χτηνίατρος, ο, η ο ειδικός γιατρός για τα ζώα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κτηνίατρος — ο (Μ κτηνίατρος) 1. ειδικός γιατρός που θεραπεύει τις ασθένειες τών κτηνών, που φροντίζει για την υγεία τών ζώων 2. αξιωματικός τού κτηνιατρικού κλάδου με βαθμό λοχαγού. [ΕΤΥΜΟΛ. < κτῆνος + ἰατρός] …   Dictionary of Greek

  • αστυκτηνίατρος — ο, η κτηνίατρος με αρμοδιότητες που ανήκουν στη δικαιοδοσία της Αστυκτηνιατρικής* Υπηρεσίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < άστυ + κτηνίατρος. Η λ. απαντά για πρώτη φορά στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τού Βασιλείου της Ελλάδος (αρχή εκδόσεως 1833)] …   Dictionary of Greek

  • αλογογιατρός — ο 1. γιατρός αλόγων 2. γιατρός υποζυγίων, κτηνίατρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < άλογο + γιατρός] …   Dictionary of Greek

  • επικτηνίατρος — ο κτηνίατρος τού στρατού με βαθμό ταγματάρχη …   Dictionary of Greek

  • ιατρός — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν ήρωας της αρχαίας Αθήνας ο οποίος είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Επονομαζόταν ο εν άστει για να διακρίνεται από τον εν Μαραθώνι, που λατρευόταν στην Ελευσίνα και ήταν γνωστός και με το όνομα Αριστόμαχος. Το ιερό του Ι.… …   Dictionary of Greek

  • κτηνιατρικός — ή, ό [κτηνίατρος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κτηνίατρο ή στην επιστήμη του («κτηνιατρική υπηρεσία») 2. το θηλ. ως ουσ. η κτηνιατρική η επιστήμη που ασχολείται με την ανατομική, τη φυσιολογία, την παθολογία και τη θεραπευτική τών ζώων …   Dictionary of Greek

  • ποδήλατο — Όχημα με δύο τροχούς ίσης διαμέτρου, εφοδιασμένους με ελαστικά και τοποθετημένους σε μεταλλικό πλαίσιο. Το π. κινείται από τη μυϊκή δύναμη των ποδιών του ατόμου το οποίο το χρησιμοποιεί. Η δύναμη προώθησης μεταδίδεται στον πίσω τροχό με μια… …   Dictionary of Greek

  • υποκτηνίατρος — ο, Ν στρ. (παλαιότερα) βαθμός στην κτηνιατρική υπηρεσία τού στρατού, αντίστοιχος προς τον υπολοχαγό. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο) * + κτηνίατρος. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος] …   Dictionary of Greek

  • Πελαγόνιος — Ονομαστός Έλληνας κτηνίατρος του 4ου αι. μ.Χ. Από τα έργα του αντλήθηκαν στοιχεία για τη συγγραφή των Γεωπονικών του Βεγέτιου …   Dictionary of Greek